Stainless Steel | Welcome to my "nightmare"

Stainless Steel | Welcome to my "nightmare"


“...Ανεβαίνω την μεγάλη σκάλα που υπάρχει στην αριστερή πλευρά του σαλονιού. Κάνω μεγάλες δρασκελιές, καμιά φορά πηδώντας κάποιο από τα σκαλοπάτια, ανεβαίνοντας τα δύο – δύο, πατώντας πάνω στην μαλακή μοκέτα με την οποία ήταν καλυμμένα. Φτάνω στον πρώτο όροφο του σπιτιού και αντικρύζω την πόρτα του δωματίου που είναι ακριβώς απέναντι. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που ακούγεται σε όλη την διαδρομή μου μέχρι εκεί, αλλά σίγουρα είναι κάτι πρωτόγνωρο.

Διασχίζω το διάδρομο, περνάω την πόρτα και μπαίνω μέσα στο δωμάτιο. Αυτός ο ήχος σίγουρα δεν προέρχεται από αυτόν τον πλανήτη, μου είναι απόλυτα άγνωστος, έξω από τα όποια ερεθίσματα μου μέχρι τότε. Είναι βαρύς και απόκοσμος. Έχει ένταση, κρύβει μια δυναμική μέσα του. Είναι μαγικός!

Τα μάτια μου ανοίγουν διάπλατα από την έκπληξη, τα αυτιά μου έχουν επικεντρωθεί πάνω στην μουσική. Κάτι νιώθω να με τραβάει σαν μαγνήτης…

Αν και δεν πρόκειται για κάποιον εφιάλτη ή σκηνή από ταινία τρόμου, παρόλα αυτά δανείζομαι τον στίχο του Alice Cooper για να σας καλωσορίσω στο σημερινό, ολίγον νοσταλγικό, άρθρο της στήλης του Stainless Steel:

“Welcome to my nightmare
I think you're gonna like it
I think you're gonna feel you belong…

…Welcome to my nightmare”

Σήμερα θα ήθελα να πάμε μια βόλτα, παρέα όλοι μαζί, όσοι θα διαβάσετε το σημερινό άρθρο. Θα πάμε μια βόλτα στο παρελθόν, χρησιμοποιώντας το παρόν κείμενο ως μια νοητή “χρονοκάψουλα”. Θα ήθελα να με ακολουθήσετε στην Καρδίτσα, κάπου στα μισά της δεκαετίας του ’80 και να συναντηθούμε με τον πιτσιρικά εαυτό μου. Εκείνη την περίοδο είμαι μαθητής του Δημοτικού, απολαμβάνω την ανεμελιά και την ασφάλεια της ηλικίας μου και της εποχής μου. Δεν με απασχολούν και πολλά πράγματα, παρά το να είμαι τυπικός με τα μαθήματα του σχολείου, άντε και με την ξένη γλώσσα που με στέλνουν να μάθω στο φροντιστήριο. Από ’κεί και πέρα, τόσο εγώ, όσο και οι συνομήλικοι της εποχής μου απολαμβάνουμε την ξεγνοιασιά και την αφέλεια της παιδικότητας μας. Παίζαμε κάθε απόγευμα στο προαύλιο του σχολείου, μαζεύαμε χαρτάκια της Panini για να συμπληρώσουμε τα άλμπουμ με τα αυτοκόλλητα, βλέπαμε τα αγαπημένα μας παιδικά προγράμματα στην τηλεόραση, εξερευνούσαμε χωρίς φόβο, όλη η παρέα με τα ποδήλατα μας, άγνωστες περιοχές της πόλης, πολλές φορές αρκετά μακριά από τα σπίτια μας… Κανείς δεν μας έψαχνε, κανείς δεν ανησυχούσε. Με το που άρχιζε να σκοτεινιάζει, είμασταν και πάλι πίσω!

Ήταν μια ηλικία που δεχόμασταν ερεθίσματα, προσλαμβάνουσες εικόνες, ήχους, αξιολογούσαμε νοοτροπίες και συμπεριφορές, παρατηρούσαμε ανθρώπους, δεχόμασταν μηνύματα απο παντού! Πράγματα τα οποία θα καθόριζαν την πορεία μας. Θα μας μετασχημάτιζαν σε όλο αυτό που είμαστε σήμερα.

Ήταν πολλά εκείνα τα απογεύματα, ειδικά μέσα στα Σαββατοκύριακα που δεν είχα σχολείο, που πήγαινα βόλτα στο σπίτι του θείου μου. Η θεία θα μου έβαζε να πιω χυμό ή και Κόκα-Κόλα καμιά φορά και θα ετοίμαζε πάντα κάποιο κολατσιό, συνήθως μαρμελάδα με βούτυρο πάνω σε φέτες ψωμιού. Θα με άφηναν να παίζω ανενόχλητος, όσο βρισκόμουν στο σπίτι τους, τόσο στην αυλή όσο και στον ήσυχο δρόμο μπροστά, απο τον οποίο σπάνια περνούσε κάποιο αμάξι. Υπήρχε ανεμελιά τότε, δεν είπαμε; Δεν υπήρχε κάτι για να φοβάσαι!

Αν και τριγυρνούσα αρκετά τακτικά μέσα στο σπίτι των θείων μου, δεν θυμάμαι πότε ακριβώς ήταν η πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με τα ακούσματα των δύο μεγαλύτερων ξαδερφών μου. Θυμάμαι όμως εκείνες τις πρώτες προσλαμβάνουσες εικόνες, που αποτυπώθηκαν στο μυαλό μου και δεν έσβησαν ποτέ, που δεν χάθηκαν από εκείνο το μικρό κομματάκι του εγκεφάλου πάνω στο οποίο πήγαν, καταγράφηκαν και υπάρχουν εκεί ανεξίτηλες μέχρι και σήμερα...

Ανακάλυπτα νέα πράγματα, αποτύπωνα την πληροφορία, με γοήτευε η κάθε λεπτομέρεια που αφορούσε αυτή την γνωστική “ιεροτελεστία”. Ήχος και εικόνα, αλληλένδετα, αλληλοσυμπληρούμενα, σαν μια δίνη που με περικύκλωνε, με ρουφούσε και με παρέσυρε σε έναν μυστικό κόσμο, ξένο, πέρα μακριά…

Όπως είναι φυσικό, τότε ακόμα, δεν γνώριζα τίποτα γύρω από τον συγκεκριμένο μουσικό χώρο. Απολάμβανα όλο αυτό το σκηνικό μέσα σε μια θάλασσα άγνοιας, που αισθητηριακά κατάφερνε να ικανοποιεί την περιέργεια μου και να μου δημιουργεί έξαψη και ευφορία, καταφέρνοντας να ασκεί όλο και μεγαλύτερη έλξη και γοητεία πάνω μου.

- Και πως λέγεται αυτό που ακούμε; ρώτησα
- Αυτό είναι το Heavy Metal. Σ’ αρέσει; μου απάντησε ο ξάδερφος μου
- Νομίζω, ναι! του απάντησα πίσω, με μια υποψία χαμόγελου στο πρόσωπο μου

Αν και δεν νομίζω ότι είχε δώσει και πολλή σημασία τότε, παρ’ όλα αυτά κάπως έτσι ξεκίνησε, κάποιο από εκείνα τα απογεύματα, η κουβέντα γύρω από τον μεταλλικό ήχο και την κουλτούρα του. Μια κουλτούρα έντονη την δεκαετία του ’80, την εποχή που πρώτη φορά βούτηξα μέσα της προσπαθώντας να την ανακαλύψω. Φυσικά τα ξαδέρφια μου ήταν αρκετά πιο μεγάλα από μένα, κάπου στα τέλη του Γυμνασίου με αρχές του Λυκείου, ακριβώς δεν θυμάμαι, έχοντας εντρυφήσει από καιρό στο Heavy Metal με εκατοντάδες βινύλια να υπάρχουν στην δισκοθήκη τους.
 


 

Τα οπτικά ερεθίσματα τα οποία είχα δεχθεί μέσα από τα εξώφυλλα των δίσκων, με έκαναν τότε να απορώ. Τι ήταν όλα αυτά που έβλεπα να απεικονίζονται; Ήταν κάποιο απόκοσμο παιχνίδι; Ήταν κάτι σαν τις ταινίες τρόμου που έδειχνε η τηλεόραση; Προσπαθούσα πλέον να αποκωδικοποιήσω και την εικόνα πέρα από τον ήχο, ο οποίος ήδη φάνταζε τόσο ξένος και πρωτόγνωρος. Παρόλα αυτά δεν εγκατέλειψα, συνέχισα να ψάχνω, να ρωτάω, να παρατηρώ και να ακούω προσεκτικά. Ανακάλυπτα σιγά σιγά, το βίωνα κάθε φορά που βρισκόμουν στο σπίτι τους, σαν ενός είδους τελετουργίας, μιας μύησης στον κόσμο του Heavy Metal.

Ο χαρακτηριστικός ήχος της βελόνας του πικάπ, καθώς ο δίσκος βινυλίου γύριζε πάνω στην βάση του, έσπαγε ανά τακτά διαστήματα την ηχητική αρμονία που πλημμύριζε τον χώρο. Ειλικρινά δεν ήξερα τι άκουγα. Δεν γνώριζα ούτε τα τραγούδια, ούτε τα ονόματα των συγκροτημάτων, ούτε τίποτα. Με γοήτευε ο ηλεκτρικός ήχος της κιθάρας, τα δυναμικά τύμπανα και το εύρος των φωνητικών δυνατοτήτων των τραγουδιστών, προσφέροντας μου ενός είδους εκστατικής ψυχαγωγίας η οποία ήταν τελείως στο άλλο άκρο απ’ ότι είχα συνηθίσει μέχρι τότε. Όπως είπα και προηγουμένως, εκτός από την μουσική που φάνταζε τόσο νέα στα αυτιά μου, είχα να αποκωδικοποιήσω και τα εξώφυλλα των δίσκων. Σταυροπόδι στο πάτωμα, αποτύπωνα και επεξεργαζόμουν το οπτικό ερέθισμα που το μάτι έστελνε με οργιώδεις ρυθμούς στον εγκεφαλό μου, καθώς κρατούσα στην αγκαλιά μου, τις τεράστιες για μένα τότε, χάρτινες θήκες των βινυλίων!

Μια μεγάλη ποικιλία εικόνων και φωτογραφιών περνούσαν από μπροστά μου. Άλλοτε ήταν μια φωτογραφία του συγκροτήματος που κοσμούσε το εξώφυλλο του δίσκου, άλλοτε κάποια εικόνα μέσα από την οποία ο δημιουργός της ήθελε να αναπαραστήσει το ύφος και το κλίμα του περιεχομένου του. Εξώφυλλα όμορφα, παράξενα, σκληρά, ακόμα και αποτρόπαια για τα μάτια ενός μικρού παιδιού που δεν είχε ιδέα τι ήταν αυτό που έβλεπε.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ μου τέσσερις χαρακτηριστικούς δίσκους που αποτυπώθηκαν στην μνήμη μου από τότε, όταν έψαχνα ανάμεσα στην τεράστια δισκοθήκη του δωματίου. Το κίτρινο εξώφυλλο, με τον μεταλλικό αετό να κάνει την χαρακτηριστική επιθετική βουτιά από ψηλά, του “Screaming for Vengeance” των Judas Priest (ήταν η αγαπημένη μπάντα των ξαδερφών μου), το απόκοσμο εξώφυλλο του “Holy Diver” του Dio με την υπερφυσική, δαιμονική μασκότ του συγκροτήματος να ξεπροβάλλει επιβλητική, το “Blizzard of Ozz” του Ozzy Osbourne ( πως έπρεπε να εκλάβω τότε την φωτογραφία του Ozzy, στο πάτωμα ενός ομιχλώδους δωματίου, να κρατάει ένα τεράστιο σταυρό; ) και τέλος, ω ναι, αυτό το αφήνω ως το αποκορύφωμα, το “Stay Hungry” των Twisted Sister. Ελάτε λίγο στην θέση ενός πιτσιρικά, γύρω στα 6-7 ετών, να κρατάει στα χέρια του το εξώφυλλο ενός δίσκου βλέποντας τον Dee Snider με το χαρακτηριστικό του στυλ, αυτό το υπερβολικά glam look που όλοι ξέρουμε, να κρατάει και να δαγκώνει με μανία, ένα τεράστιο ωμό κόκκαλο. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου πάνω από αυτό το εξώφυλλο. Μου δημιουργούσε παράξενα συναισθήματα, σχεδόν απέχθεια, αλλά, ταυτόχρονα, η γοητεία που ασκούσε επάνω μου ήταν μεγαλύτερη! Ένιωθα μια φωνή μέσα μου να ουρλιάζει “τι αντικρύζω;” και ταυτόχρονα μια άλλη να μου λέει “εδώ είμαστε, μεγάλε!”.
 


 

Εκτός φυσικά από τα εξώφυλλα των δίσκων, υπήρχε και η -κατά κυριολεξία- αφισσοκόληση του δωματίου. Δεκάδες αφίσες και πόστερ κοσμούσαν τους τοίχους και τις ντουλάπες τους, μην αφήνοντας ακάλυπτη, σε πολλά σημεία, ούτε την παραμικρή σπιθαμή. Όλα όσα αγαπούσαν ήταν εκεί και κοσμούσαν τον χώρο τους. Ήταν οι ηρωές τους. Ξυπνούσαν και κοιμόντουσαν αντικρύζοντας τους, απολαμβάνοντας αυτή την καθημερινή τους συνήθεια, σαν ενός είδους λατρευτικής “τελετουργίας”. Ήταν οι εποχές που δεν υπήρχε το ίντερνετ, όλα απαιτούσαν μια ιδιαίτερη προσπάθεια για να αποκτηθούν, το να βρεις και να κοινωνήσεις την πληροφορία που τότε δινόταν με το σταγονόμετρο και μόνο από πολύ συγκεκριμένες και περιορισμένες πηγές. Κύρια πηγή ενημέρωσης το περιοδικό “Heavy Metal” όπως λεγόταν ακόμα τότε, πριν αλλάξει στο γνωστό σε όλους μας “METAL HAMMER and Heavy Metal” όπως το ξέρουμε μέχρι και σήμερα. Μουσικά νέα, συνεντεύξεις, νέες κυκλοφορίες. Όλα ήταν εκεί. Μέσα σε ένα περιοδικό που περίμενες με λαχτάρα το κάθε νέο τεύχος του για να μάθεις για αυτά που ήθελες (εκτός αν είχες ενημέρωση από φίλους, που είχαν ένα φίλο ή ξαδερφο μεταλλά στην Αθήνα και άκουσε ότι...). Περίμενες το περιοδικό για να αφαιρέσεις με προσοχή την αφίσα που σου έκαναν δώρο και να την κολλήσεις στο τοίχο του δωματίου σου.

Υπήρχε μια αφίσα στο δωμάτιο από τα ξαδέρφια μου, μεγάλου μεγέθους θυμάμαι, που έδειχνε τον Ozzy Osbourne να κρατάει μπροστά στο πρόσωπο του ένα τσεκούρι και να κάνει μια γκριμάτσα, δείχνοντας απειλητικά τα δόντια του. Μπορούσα να “κολλήσω” για ώρα και να την χαζεύω όταν βρισκόμουν εκεί. Μου φάνταζε τόσο επιθετική η εικόνα της, τόσο άγρια! Θα ήθελα πολύ να την είχα και εγώ τότε στο δωμάτιο μου, είναι αλήθεια. Τι καλύτερο από το να προκαλείς το αίσθημα των γονιών σου, κρεμόντας στον τοίχο σου την εικόνα ενός τρελαμένου τύπου με τσεκούρι; Αναπόσπαστο λοιπόν κομμάτι οι αφίσες στα δωμάτια των εφήβων. Θέλετε μόδα, θέλετε τάση της δεκαετίας των ’80s; Ίσως ναι, αλλά σίγουρα και ένας τρόπος για να κρατάνε κοντά τα αγαπημένα τους είδωλα της μουσικής που αγαπούσαν, εξαιτίας της περιορισμένης πρόσβασης τους σε αυτούς από έντυπα και λοιπά ραδιοτηλεπτικά μέσα.

Είτε επρόκειτο για τα βινύλια της συλλογής τους, τις κασσέτες τους, τα περιοδικά και τις αφίσες στο δωμάτιο τους, πάντα είχα έναν έμφυτο σεβασμό, επιδεικνύοντας ιδιαίτερα μεγάλη προσοχή ως προς την μεταχείριση τους. Ένιωθα ανά τακτά διαστήματα τα βλέμματα τους πάνω μου, καθώς ήμουν βυθισμένος στον μαγικό κόσμο τους, ανακαλύπτοντας καινούργια πράγματα, αλλά ποτέ δεν με απέτρεψαν από το να περιεργαστώ, να κοιτάξω, να ρωτήσω, να ακούσω... Ίσως ένιωσαν στην πορεία πως όφειλαν να με προετοιμάσουν, να μου δώσουν τις πρώτες βάσεις για να ασχοληθώ και εγώ με το Heavy Metal, να το γνωρίσω και να το αγαπήσω. Σαν άλλοι πολέμαρχοι που στρατολογούσαν νέους στην μεταλλική στρατιά τους...

Έτσι περνούσαν πολλά απογεύματα πλέον στο σπίτι τους, με μένα να γίνομαι όλο και τακτικότερος θαμώνας του δωμάτιο τους, παρά για παιχνίδι στην αυλή ή έξω στον δρόμο. Εγώ, οκλαδόν στο πάτωμα, όπως πάντα, να παρατηρώ τα εξώφυλλα των δίσκων ένα προς ένα, ακούγοντας παράλληλα τα βινύλια που επέλεγαν, ανάλογα με την διάθεση που είχαν. Όταν ο καιρός ζέσταινε, άραζαν έξω στην μεγάλη σκεπαστή βεράντα που υπήρχε στο δωμάτιο τους. Ένας μεγάλος καναπές και δυο - τρεις διασπαρτες πολυθρόνες και καρέκλες φιλοξενούσαν τις παρέες από τα ξαδέρφια μου που περνούσαν από το σπίτι για να καθήσουν και να ακούσουν μουσική. Υπήρχε και ένα τεράστιο κασετόφωνο, το οποίο ενίοτε χρησιμοποιούσαν όταν καθόντουσαν στην βεράντα, επιλέγοντας μέσα από μια τεράστια συλλογή με κασσέτες που διέθεταν.

Κασσετοσυλλογές.

Μια διαδικασία που απαιτούσε έμπνευση και ιδιαίτερη φροντίδα στην δημιουργία τους. Έπρεπε να είναι οι τέλειες συλλογές, τα κομμάτια να εναλλάσονται ομαλά και να είναι επιλεγμένα έτσι, ώστε να καλύπτουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ηχητικό φάσμα και ποικιλία από τραγούδια. Ήθελε τέχνη, ήθελε μαστοριά μια καλή κασετοσυλλογή και σίγουρα δεν ήταν όλοι ικανοί στο να το κάνουν.
 


 

Η βεράντα, λοιπόν, ήταν το “sanctum sanctorum” των ξαδερφών μου και της παρέας τους. Εκεί την πέφτανε τα μεγάλα παιδιά. Όχι εγω, αλλά το καταλάβαινα. Το σεβόμουν. Πήγαινα βέβαια που και που, έτσι να πω ένα γεια, αλλά μέχρι εκεί. Καταλάβαινα ότι όφειλα να σεβαστώ τον χώρο τους και την ηλικία τους. Τις παρέες τους και τις συνήθειες τους. Μαζεμένοι, λοιπόν, όλοι στην πάνω βεράντα, με ποτήρια φραπέ, κουτάκια μπύρας και πακέτα από τσιγάρα (φυσικά και κάπνιζαν οι πάντες), περνώντας καλά με την παρέα τους και την μουσική τους. Υπήρχε και ένας τύπος, φίλος και γείτονας από τα ξαδέρφια μου. Έμενε στο ακριβώς δίπλα σπίτι που ήταν κολλητά με το δικό τους. Δεν έρχονταν ποτέ κανονικά από την πόρτα του σπιτιού τους, ώστε να ανεβεί στο δωμάτιο και να βγει στην βεράντα τους. Προτιμούσε με επιδέξιες, σχεδόν ακροβατικές κινήσεις, να περπατάει πάνω σε ένα μικρό περβάζι που υπήρχε ανάμεσα στα δύο σπίτια και να βγαίνει κατευθείαν στην βεράντα. Έτσι είχε μάθει, έτσι τον υποδέχονταν πάντα τα ξαδέρφια μου. Ο κίνδυνος ήταν ανύπαρκτος, δεν υπήρχε στις σκέψεις τους και στις καρδιές τους, παρά τα 3,5-4 μέτρα ύψους στα οποία έπρεπε να ακροβατήσει για να φτάσει δίπλα. Πηδούσε μέσα στην βεράντα, άραζε, άναβε τσιγάρο και έπιανε κατευθείαν κουβέντα με τα ξαδέρφια μου και την υπόλοιπη παρέα. Γέλια, διαφωνίες για τα ποδοσφαιρικά, συζητήσεις για δίσκους και μουσική, πειράγματα ο ένας στον άλλον (που ποτέ φυσικά δεν τα εννοούσαν) και όλα αυτά υπό τους ήχους δυνατού Heavy Metal. Αυτή ήταν η μουσική που τους χαρακτήριζε, που τους ταίριαζε και τους ενέπνεε. Ήταν η γενια του Ατσαλιού. Ήταν ανεξάρτητοι, ατίθασοι, όμως ήταν ρομαντικοί και είχαν ο ένας τον άλλον...

...κανένας δεν ανησυχούσε, κανένας δεν αγχωνόταν. Αγέρωχοι, δυναμικοί, όλοι μαζί μια γροθιά, υπό τους ήχους της μουσικής τους, με μια διάχυτη αριστοκρατεία του πεζοδρομίου” να τους τυλίγει σαν αύρα σε κάθε τους βήμα. Ήταν η γενιά που χάθηκε στο πέρασμα του χρόνου και αντικατάσταθηκε από μια άλλη, μια πιο μαλθακή, πιο άνευρη. Ήταν η γενιά που κινούνταν με βάση τα γούστα της και που τα υποστήριζαν μέχρι θανάτου. Ήταν μια γενιά που ανέδειξε τις “φυλές” της, μέσα στις οποίες άνηκε ο καθένας τους, αποκτώντας ταυτότητα και δίνοντας τους χαρακτήρα ανάμεσα στους άλλους. Θα ανοίξουμε ένα μεγάλο κεφάλαιο αν συνεχίσω, το οποίο μάλλον άπτεται της κοινωνιολογίας, οπότε το αφήνω εδώ και το κλείνω... με περίσσεια αγάπη και νοσταλγία, παρ’ όλο που δεν ήμουν στην κατάλληλη ηλικία για να το βιώσω ανάμεσα τους.

Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 1987. Η ημερομηνία δείχνει 14 Ιουνίου. Μέσα στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, η Εθνική μας ομάδα μπάσκετ έχει φτάσει στον τελικό ενάντια στην Σοβιετική Ένωση. Απομένουν 4 κρίσιμα δευτερόλεπτα και ο Αργύρης Καμπούρης δέχεται φάουλ, οδηγώντας τον στην εκτέλεση βολών. Ο τίμιος γίγαντας θα είναι εύστοχος και στις δύο βολές και η Ελλάδα, μετά το αποτυχημένο σουτ των Σοβιετικών στην αντεπίθεση, θα κατακτήσει την πρώτη θέση της διοργάνωσης! Το σκορ στον πίνακα του Σ.Ε.Φ. γράφει 103 - 101. Το “The Final Countdown” των Europe θα ακουστεί και πάλι κάποια στιγμή από τα ηχεία. Την επόμενη ημέρα ζήτησα να μου αγοράσουν, σε αυθεντική κασέτα, το ομότιτλο άλμπουμ! Ήταν 15 Ιουνίου του 1987...