"Αλλόκοτες ιστορίες" του Έντγκαρ Άλαν Πόε

"Αλλόκοτες ιστορίες" του Έντγκαρ Άλαν Πόε

Το βιβλίο ξεκινά με βιογραφικές σημειώσεις του συγγραφέως, σε γραφή της εποχής, από τον μεταφραστή Κοσμά Πολίτη. Τις βρήκα ιδιαιτέρως διασκεδαστικές λόγω του ύφους, με εκφράσεις όπως «Λένε πως δεν ήταν άνθρωπος της προκοπής, μέθυσος και χαρτοπαίκτης». Εντούτοις, δίνει ένα πολύ καλό και σαφές μήνυμα για το ποιόν του χαρακτήρα του Πόε, γράφοντας πως «Περνάει χρόνια ανείπωτης φτώχειας», «Μα η διψομανία του δεν τον παρατά» και «ήταν δυστυχισμένος άνθρωπος – που δημιούργησε μόνος του τη δυστυχία του. Τρέχει προς την αυτοκαταστροφή, προς το θάνατο […]».

Έτσι, εφοδιασμένοι με όσα μας διαφύλαξε ο αγαπημένος μας μεταφραστής, ώρα να βυθιστούμε σε εκείνα τα χρόνια, τα σκοτεινά αλλά γοητευτικά, αφήνοντας τη στέρεη πραγματικότητα και βασιζόμενοι στο μαγικό κάτοπτρο της λογοτεχνίας, το οποίο αναμφίβολα ξεγελά αλλά στον προσεκτικό παρατηρητή αποκαλύπτει την πραγματικότητα, όσο κι αν η αλλοίωση πασχίζει να την κρύψει. Και το ημερολόγιο του Αναγνώστη, που έκανε πρώτος το ταξίδι που θα κάνουμε εμείς, μας δίνει μια μικρή εκδοχή των πραγμάτων σε κάθε στάση. Ας ακολουθήσουμε τα ίχνη του!

Μιας και θα ταξιδέψουμε στο παρελθόν βέβαια, εισερχόμενοι στον κόσμο του Ε. Α. Πόε (ή Πόου, για να είμαστε πιο πιστοί στην προφορά), θα ζήσουμε ένα ταξίδι – αλλόκοτο κι αυτό. Ξεκινάει το δειλινό, με τον ουρανό να έχει πάρει ένα χρώμα μαβί· ένα χρώμα βρόμικο. Κάπου στον ορίζοντα βλέπουμε ένα σπίτι, μισοδιαλυμένο, παρατημένο, κακορίζικο. Κι όμως, ένα θολό φως, ημίνεκρο, είναι κάπου αναμμένο, σε μια κάμαρη ξεχασμένη, ανεμοδαρμένη. Κάτι μας ζητά να πλησιάσουμε...

Ο ΟΙΚΟΣ ΤΩΝ ΩΣΕΡ
«Εξαιρετικά δοσμένο διήγημα, με έμφαση στην κατάθλιψη, την πτώση του ανθρώπου, τον θάνατο και την αποκάλυψη. Απλό στην πλοκή, αλλά με γλώσσα αφοσιωμένη και ιδιαίτερη ώστε να ανυψώσει το θέμα.»

Αυτά γράφτηκαν από τον Αναγνώστη. Μελετώντας το διήγημα, βλέπω αυτή την κατάθλιψη και την πτώση στα μάτια του Ρόδερικ Ώσερ (Usher στο πρωτότυπο), καθώς βλέπει την αδερφή του κατειλημμένη από μια φριχτή, ανίατη ασθένεια. Το φάντασμά της πλανιέται στο σπίτι κι όσο κοντεύει στο κατώφλι του θανάτου, τόσο παρασέρνεται και ο ίδιος αλλά και ο ίδιος ο οίκος στην καταστροφή.

Ο πρωταγωνιστής λειτουργεί ως απλός παρατηρητής και αποδέκτης όσων γίνονται ανάμεσα στα δύο αδέρφια. Φριχτή και μίζερη η κηδεία, ο εγκλεισμός του πτώματος στην κρύπτη, η λάμψη της τρέλας στον επιζώντα αδερφό. Μάλιστα, ο πρωταγωνιστής τού διαβάζει την ιστορία του Έθελρεντ και κάθε σημείο αντικατοπτρίζει τη φριχτή αλήθεια του Οίκου των Ώσερ...

Ομολογώ πως η ατμόσφαιρα και το φοβερό μυστικό του Ρόδερικ οδηγούν σε μια παράξενη κάθαρση, η οποία φέρνει και την οριστική διάλυση του Οίκου. Οπότε εμείς ας συνεχίσουμε το ταξίδι μας, μολυσμένοι από την ύβρη αλλά γοργοπατώντας... Είναι μεσάνυχτα πια και πλησιάζουμε σε ένα σκοτεινό, υπόγειο κελάρι, με δύο σκιώδεις φιγούρες να το επισκέπτονται.

ΤΟ ΒΑΡΕΛΙ ΤΟΥ ΑΜΟΝΤΙΛΛΑΔΟ
«Το δεύτερο διήγημα, Το Βαρέλι του Αμοντιλλάδο, είχε εξαιρετικά ζωντανή αφήγηση, έμφαση στη λεπτομέρεια και ανάλαφρο θέμα - ανάλαφρο επειδή μιλάμε για Πόε. Η ανάγκη του πρωταγωνιστή για εκδίκηση, η εμμονή των δύο προσώπων με το ιταλικό κρασί, η πορεία μέσα στην κρύπτη... Ήταν διασκεδαστική η μακάβρια αυτή αναγνωστική εμπειρία.»

Ο Αναγνώστης βρήκε το διήγημα ανάλαφρο, με ζωντανή αφήγηση. Περίεργο. Διότι αν μη τι άλλο, το βρίσκω μια κυνικότητα, μια γελοιοποίηση των μεγάλων αδυναμιών του ανθρώπου: το ίδιο το κρασί και τη γευσιγνωσία. Πώς αλλιώς θα παρέσερνε κάποιος τον άσπονδο εχθρό του σε ένα σκοτεινό κελάρι, μεσάνυχτα;
Μακαβριότης. Όλο το σχέδιο, η επίθεση στον ανόητο οινοπότη, η φυλάκισή του στα υγρά, βρομερά καταγώγια και η εκδίκηση που δεν επιτρέπει μεταμέλεια, όλα αυτά είναι πράματα κατηραμένα. Αλλά μήπως ο Πόε έγραφε αυτό το διήγημα σαν αφορισμό προς το ίδιο του το πάθος για πιοτό; Μην ήταν οι δύο χαρακτήρες ο νηφάλιος και ο πιωμένος εαυτός του, σε μία πάλη για κυριαρχία στο βασανισμένο του σώμα; Ποιος ξέρει...

Εμείς, καθώς η νύχτα κυλά στις πιο μικρές ώρες της, βρισκόμαστε μακριά πια, σε έδαφος αφρικανικό. Σε ένα ποτάμι ανίερο, όπου μυρωδιές τοξικές αναδίδονται... Μα δε νιώθετε το ίδιο σας το καρδιοχτύπι, που σπάει τη σιωπή; Κάτι ανόσιο συμβαίνει εδώ, βεβαιότατα.

ΣΙΩΠΗ
«Το τρίτο διήγημα, Σιωπή (μύθος), ήταν σύντομο, κρυπτικό και με μια περιγραφή επιβλητική. Σε ένα πρώτο επίπεδο, ήταν τα λόγια ενός δαίμονα που πιθανότατα επικαλέστηκε ο πρωταγωνιστής σε έναν τάφο, με έμφαση στο γέλιο του δαίμονα και την ανημπόρια του ανθρώπου να γελάσει κι αυτός.
Σε δεύτερο επίπεδο... Υπάρχει ένα βάθος κι ένας συμβολισμός που δυσκολεύομαι να κρίνω, πέρα από τη ματαιότητα της ύπαρξης και την αδυναμία.
»

Ο Αναγνώστης δηλώνει αδυναμία κατανόησης. Και πώς όχι άλλωστε; Ο Πόε δε γράφει λέξεις εδώ· αν μπορούσα να το περιγράψω, με αλύχτισμα λυσσασμένου σκυλιού θα παρομοίαζα τις γραμμένες λέξεις και με μια υπεράνθρωπη, δαιμονική υπόσταση θα έμοιαζαν τα γραφέντα. Δηλώνεται εξάλλου στο τέλος του διηγήματος πως όσα αποκαλύφθηκαν στον άνθρωπο είναι πράματα σκοτεινά, αποτέλεσμα μιας τελετής που έβγαλε τον δαίμονα από τον τάφο. Κι ο πρωταγωνιστής ομολογεί πως δεν μπόρεσε να συντροφέψει τον δαίμονα στο γέλιο του καθώς ενταφιαζόταν ξανά. Ίσως αυτό να είναι το όριο του ανθρώπου.

Όμως ξημερώνει. Καιρός να αφήσουμε τους βουρβούλακες να κοιμηθούν στους τάφους τους και να συνεχίσουμε το ταξίδι μας. Ω! Ένα φρενοκομείο. Μέσω μίας σύστασης, ο πρωταγωνιστής μπορεί και εισέρχεται, ποιος ξέρει από ποια ανθρωπιστική μελέτη υποκινημένος…

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ Δρος ΠΙΣΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΦΤΕΡΑ
«Το διήγημα "Το σύστημα του δρος Πίσσα και του καθηγητού Φτερά" δεν μπορώ καθόλου να το πάρω στα σοβαρά. Φαίνεται ότι κρύβεται μια ωραία/έξυπνη ανατροπή, αλλά πέρα από αυτό η όλη αντιμετώπιση του ζητήματος της παραφροσύνης είναι εντελώς γελοία. Η συνεχής επανάληψη της λέξης "τρελός" και η ιδέα πως οι συνέπειες της παραφροσύνης περιορίζονται στο να νομίζει κάποιος ότι είναι τσαγιέρα/σκύλος δε βοήθησαν καθόλου.»

Ο Αναγνώστης δεν ευχαριστήθηκε με την ιστορία αυτή. Ίσως να είναι άνθρωπος της εποχής του, ποιος ξέρει; Από αυτούς που υποτιμούν τα παλαιά και γελούν με την αλαζονεία του μέλλοντος. Εντούτοις, βρίσκω την ιστορία αρκούντως αστεία. Όλη αυτή η φαρσοκωμωδία που οι παράφρονες αποκαλούσαν δείπνο, οι παρανοϊκές ιστορίες τους… Μα τι θυμηδία, Θεέ μου! Απορώ που ο πρωταγωνιστής είναι τόσο αποστασιοποιημένος. Όσο το διήγημα προχωρά, η αλήθεια πάει να αποκαλυφθεί αλλά ποτέ εντελώς. Κρατά καλά το μυστικό του ο συγγραφεύς, όμως εν τέλει οι σκοτεινότερες υποψίες μας –σαφώς υποκινημένες κι από τις φριχτές κραυγές που κάνουν τους παριστάμενους να κοκαλώνουν– μας οδηγούν στην αλήθεια. Αλίμονο, τα όρια του ανθρώπινου μυαλού! Ποιος βάζει χαλινάρια σε αυτά;

Δύσκολη η απάντηση, όχι για τώρα. Ο ήλιος έχει ήδη ανέβει ψηλά κι εμείς πρέπει να συνεχίσουμε το μακρύ μας ταξίδι. Έχουμε φτάσει στα μέρη που οι Ευρωπαίοι αποκαλούν «Φάρ Ουέστ», και η ατμόσφαιρα μυρίζει φόνο. Για να δούμε…

ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
«Αντίθετα, το διήγημα "Εσύ είσαι ο δολοφόνος", αν και με απίστευτο tell, ήταν έξυπνο, καλοδουλεμένο, με ωραίους χαρακτήρες, μυστήριο και ατμόσφαιρα περίπου άγριας δύσης. Η όλη πλεκτάνη και η επεξήγηση στο τέλος έδωσαν έναν τόνο μοιραίου στο κείμενο, το οποίο απόλαυσα με την ψυχή μου.»

Ο Αναγνώστης την ευχαριστήθηκε την ιστορία. Λογικό το βρίσκω. Δε θα άφηνε κανέναν ασυγκίνητο η εξαφάνιση ενός καλοκάγαθου ανθρώπου! Ειδικά όταν οι έρευνες για εκείνον αποβαίνουν άκαρπες και, μπροστά στη συγκλονισμένη κοινωνία του χωριού, μαλώνουν ωσάν αγρίμια ο ανιψιός του και ο καλύτερος φίλος του. Τι δράμα! Ο ανιψιός εν τέλει αποδεικνύεται ο φονιάς του θείου του, αλλά είμεθα συνηθισμένοι σε τέτοια, ως ερευνητές των σκοταδιών της ανθρώπινης φύσης. Είχε κάθε κίνητρο. Δύσμοιρε θείε!

Ο αφηγητής της ιστορίας, όμως, σκηνοθετεί μια ολόκληρη παράσταση για να αποκαλύψει την αλήθεια. Περίπλοκα, όπως αρμόζει στους παλιούς ντετέκτιβς, αλλά και φιλόδοξα όπως στους συγγραφείς τρόμου, κινητοποιεί ένα κιβώτιο, μια κάσα με πιοτά αλλά και το ίδιο το πτώμα του αποθανόντος, το οποίο φωνάζει «Εσύ είσαι ο δολοφόνος!», οδηγώντας σε ένα ντόμινο που αποκαλύπτει, ω, πόσα αποκαλύπτει...

Το αστυνομικό δαιμόνιο του συγγραφέως χόρευε εκστασιασμένο, φαίνεται. Εμείς όμως πρέπει να συνεχίσουμε το ταξίδι μας. Ο ήλιος ακόμη φωτίζει γερά κάτι περίεργα ίχνη και τα ίχνη αυτή τη φορά μας προδίδουν ένα τετράποδο: συγκεκριμένα, έναν μαύρο γάτο!

Ο ΜΑΥΡΟΣ ΓΑΤΟΣ
«Καταλαβαίνω γιατί ο Μαύρος Γάτος είναι από τα πιο διάσημα διηγήματα του Πόε. Ο κεντρικός χαρακτήρας, οι σκέψεις και οι επιλογές του δε βγάζουν κανένα νόημα, όμως το αίσθημα δικαίου, το τρίπτυχο της ύβρεως-άτης-νέμεσης και το υπερφυσικό στοιχείο ήταν εξαίρετα δοσμένα.»

Κουταμάρες, Αναγνώστη! Ακούς εκεί δε βγάζουν νόημα οι επιλογές του πρωταγωνιστή! Απλώς ο Πόε εντρυφεί στα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής, τα ανεξιχνίαστα και δίχως όρια. Ποιος ξέρει τι έκανε τον πρωταγωνιστή να βασανίζει δύσμοιρα ζώα, να βγάζει το μένος του στους αδύναμους και να προσπαθεί ξανά και ξανά να σπάσει τα όρια της αναισχυντίας; Όλος του ο οίκος δεινοπάθησε και εξακολουθεί να δεινοπαθεί. Με τα βρόμικα μυστικά να μολύνουν τους τοίχους, με την αλαζονεία να προκαλεί τα όργανα του νόμου, ω, κάθε όριο σπάει, σαν σοβάς πρόχειρα τοποθετημένος.

Αλλά εμείς ας αφήσουμε τη σκηνή του εγκλήματος. Κοντεύει να δύσει ο ήλιος και ένας τραυματισμένος αφέντης πασχίζει να φθάσει σε έναν πύργο αρχοντικό, απάνου στα Απέννινα Όρη! Να, ο υπηρέτης θέλει να ανοίξει την πόρτα και να περάσουν τη νύχτα τους εκεί. Ώρα να μάθουμε τι θα ιδούν...

ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ
«Το Πορτραίτο μέχρι στιγμής είναι το αγαπημένο μου διήγημα. Μικρό, πολύ μικρό σε μέγεθος, με περιγραφές, ατμόσφαιρα και θεματική τόσο προσφιλή, που με συνεπήρε. Η τέχνη και η αφοσίωση σε αυτήν, το μυστήριο και η περιέργεια, η αγάπη και η θυσία προς αυτήν, όλα φέρνουν αρμονικά σε ένα αρτιότατο λογοτεχνικό αποτέλεσμα.»

Ο Αναγνώστης αναφέρει το διήγημα ετούτο ως το αγαπημένο του και θα συμφωνήσω. Μα τι ιδέες χώρεσε ο μπαγάσας ο Πόε σε τόσο λίγες λέξεις; Σε πρώτο επίπεδο, είναι μια ιστορία κυριαρχούμενη από την ατμόσφαιρα των παλιών καιρών. Ένας πύργος μυστηριώδης, με ένα πορτραίτο να κερδίζει την προσοχή του αναγνώστη – ένα πορτραίτο ωσάν ζωντανό! Ευτυχώς που βρίσκει ένα γραπτό που λέει για την ιστορία του πορτραίτου. Ωιμέ, η ματαιοδοξία του καλλιτέχνη, που δε βλέπει εμπρός του το παρόν και ταξιδεύει σε χρώματα και σχήματα! Ω, το μαράζωμα του μπουμπουκιού, θυσία και φίλεμα που δίνει την ομορφιά του αποζητώντας λίγη αγάπη! Σε συμβολικό επίπεδο, κάθε καλλιτέχνης έχει κάτι να διδαχθεί από την ιστορία ετούτη, αν κοιτάξει βαθιά μέσα του. Δεν είναι ο πύργος απλά το μέσα μας, με τα πορτραίτα να μιλούν για τα μεγαλύτερά μας πάθη;

Αλλά ας φύγουμε κι ας αφήσουμε τους κυρίους να κοιμηθούν. Η νύχτα έχει πέσει πια και τέσσερις πόρτες στέκουν εμπρός μας, απόκοσμα ευρισκόμενες στη μέση του δάσους. Μπροστά από καθεμία στέκεται μια κοπέλα χλωμή, με τη χλωμάδα της να παντρεύει τη νεανική ομορφιά με τον θάνατο. Καθεμιά τους μας προσκαλεί να εισέλθουμε και η πρώτη, η Βερενίκη, χαμογελά αχνά καθώς περνάμε το κατώφλι...

ΒΕΡΕΝΙΚΗ
«Η Βερενίκη, το πιο εμβληματικό ίσως διήγημα του Πόε, με συνεπήρε - με τη γραφή του κυρίως αλλά όχι μόνο. Ξαναδιαβάζοντάς το, χρόνια μετά από την πρώτη φορά, συνειδητοποιώ την ακρίβεια της περιγραφής στην ψυχική κατάσταση του αφηγητή. Τόσο μακάβριος και τόσο ζωντανός παράλληλα. Αναλύοντας αυτή την εμμονή του τόσο φυσικά, αλλά και με τόσες λεπτομέρειες, το τέλος μοιάζει απερίγραπτα μοιραίο όσο και μοιραία απερίγραπτο.»

Αχ, η Βερενίκη! Γεμάτο χάρη αυτό το πλάσμα αλλά τόσο φιλάσθενο! Η σπίθα της ζωής, θα έλεγε κανείς, με το φύσημα του φθονερού θανάτου να πασχίζει να τη σβήσει. Κι ο πρωταγωνιστής μας, ο εξάδελφός της, που ηγάπει την κόρη με την ψυχή του, τι περίεργο βλέμμα που έχει! Χάρη σε αυτό βέβαια απολαμβάνουμε τέτοιες περιγραφές που αλλού δύσκολα κανείς θα παρατηρούσε. Έχει πολλά να μας πει, μα αυτή την εμμονή με τα δόντια, τα όμορφα δόντια της, δεν την ξεπερνά τίποτε. Ελπίζω μονάχα να μην κάνει καμμιά τρέλα.

Σταυροκοπιέμαι καθώς τον βλέπω να ανοίγει έναν τάφο, δε δύναμαι να ιδώ τι κρατά αλλά ούτε και επιθυμώ να μάθω. Ας βγούμε γλήγορα κι ας μπούμε στη δεύτερη πόρτα. Γλήγορα! Πλησιάζουν μεσάνυχτα και η Ελεονώρα, η οικοδέσποινα, δε θέλει να περιμένει.

ΕΛΕΟΝΩΡΑ
«Ελεονώρα. Ναι, γυναικείο όνομα στον τίτλο, άρα για ακόμα μια φορά ο Πόε γαμεί την ξαδέρφη του. Αλλά δεν πειράζει, διότι ήταν τόσο αιθέριο, φεγγαροστόλιστο, ονειρολουσμένο το κείμενο, που ταξίδευα σε ουρανούς αιώνιας αγάπης. Βέβαια οι υποσχέσεις αιώνιας αγάπης κρατούν μέχρι το επόμενο κομενέτο, αλλά το τέλος του διηγήματος φέρνει τη μοναδική ανατροπή που ποτέ κανείς δεν περίμενε σε κείμενο του Πόε.»

Φευ, Αναγνώστη! Ο κυνισμός σου είναι σκανδαλώδης. Μα δε βλέπεις με τι χρώματα και σχήματα ονειρικά έχει πλέξει ο συγγραφεύς την ιστορία του αυτή; Πεταλούδες φωσφορίζουσες, δάση εξωτικά, υπό τη σκιά των οποίων ανταλλάσσουν οι νέοι όρκους αιώνιας αγάπης. Τι κι αν δεν κρατούν για πάντα; Μα μην τους παρεξηγείτε. Δεν είναι παρά ελπιδοφόρες άγκυρες στο αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου όλα αυτά κι αν στη βαρκάδα του έρωτα δεν επιτρέπεται να τις ρίξεις στον βυθό, τότε πότε να επιτραπεί;

Αλλά η Ελεονώρα χάνεται πια. Τα χρώματα ξεθωριάζουν. Καθώς εξερχόμεθα από τον ονειρεμένο της κόσμο, καθώς η ώρα σημαίνει τρεις το ξημέρωμα, πηγαίνουμε στην τρίτη πόρτα, εκεί όπου μας αναμένει η αινιγματική Λιγεία...

ΛΙΓΕΙΑ
«Η Λιγεία ήταν ένα μεγαλύτερο σε μέγεθος διήγημα, στο οποίο υπάρχουν δύο δράματα αντί για ένα. Μα τι να πω; Έχει υπάρξει άλλο διήγημα που να περιγράφει σε τέτοια έκταση και με τέτοια λεπτομέρεια τη γυναικεία ομορφιά; Στο τέλος μάλιστα καταλήγει αγωνιώδες και παραληρηματικό, σε βαθμό που επιτρέπει πολλαπλών ειδών ερμηνείες η καταληκτική σκηνή.»

Αναγνώστη, Αναγνώστη. Νεαρός είσαι, κατανοώ, μα η γυναικεία ομορφιά δεν περιγράφεται. Βιώνεται στα καρδιοχτύπια μονάχα, μετριέται στις ανάσες. Κι ο Πόε γνωρίζει πως, όσο κι αν πάσχισε, οι κοπιώδεις περιγραφές του δε φυλακίζουν την ομορφιά της γυναικός που ερωτεύθηκες. Ούτε το δράμα του χαμού της ξεπερνάται με έρωτες νέους. Παλίμψηστο είναι η ανδρική ψυχή, πάνω της ξαναγράφονται λόγια έρωτα αλλά σβήνονται τα από κάτου; Όχι! Η Λιγεία, πανύψηλη, αρχοντική, με τον άσβεστο έρωτά της να επιστρέφει ξανά και ξανά, μπορεί ίσως να φέρει ένα ανατριχιαστικό, ανήκουστο θάμα. Γιατί εκπλήσσεσθε; Αν δεν μπορούσε εκείνη, ποίος στον κόσμο θα ήτο ικανός;

Αφήνοντας τον εκστασιασμένο, ερωτοκτυπημένο άνδρα στη μέθη και τον τρόμο του ανήκουστου θεάματος, ας μπούμε και στην τελευταία πόρτα, όσο ακόμη είναι σκοτεινά. Εξάλλου εκεί μας αναμένει η Μορέλλα.

ΜΟΡΕΛΛΑ
«Σύντομο διήγημα η Μορέλλα. Προφανώς και είναι μια κοπέλα, προφανώς την παντρεύτηκε, προφανώς πέθανε. Είναι τόσο επίμονο αυτό το κομμάτι, που δεν αποτελεί καμία έκπληξη πια. Αλλά διαφέρει στο βάθος. Κάτι στη Μορέλλα και τα πάντα γύρω από αυτήν είναι τόσο απόκοσμα και μυστηριακά, που πλησιάζοντας προς το τέλος όλα αποκτούν ένα νόημα εκστατικό.»

Μα γιατί εκπλήσσεται ακόμη ο Αναγνώστης; Τα κοινά μοτίβα δε μαρτυρούν παρά τον βαθύτερο καημό της ανθρώπινης ψυχής! Μοιρολόγια είναι, με ελαφρώς παρηλλαγμένους στίχους. Και η Μορέλλα επέθανε, με τα λόγια της να προφητεύουν το μέλλον του ανδρός της. Κι εκείνος ο δύσμοιρος μεγάλωσε την κόρη που πρόλαβε να γεννηθεί. Τι φταίει που η μοίρα τού φύλαγε μια τέτοιαν έκπληξη; Η Μορέλλα εγνώριζε καλά τι έλεγε. Έρεβος η ψυχή της, η τόσο αταίριαστη. Κι αν ο σύζυγός της είχε μία αμφιβολία για το θάμα που συνετελείτο εμπρός του, σαν περίτεχνη φιγούρα στον χορό της ζωής και του θανάτου, διαλύθηκε μπροστά στο ανοιγμένο μνήμα.

Εκεί ας τον αφήσουμε να γελά εκστατικά κι ας ταξιδέψουμε πιο πέρα, εκεί που δύο πύργοι αντίπαλων αρχόντων γυαλίζουν παραμυθωδώς στο φως του ανατέλλοντος ηλίου.

ΜΕΤΖΕΝΓΚΕΡΣΤΑΪΝ
«Μετζενγκερστάιν. Ένα διήγημα με ιδιαίτερα παραμυθικό τόνο, που διακατέχεται από μια αύρα διαχρονικότητας. Στοχαστικά κοιτάζει την ανθρώπινη ύπαρξη αναζητώντας τα όρια της κακίας και της ακολασίας, με μόνο αντίδοτο τη μοίρα, ερχόμενη με τη μορφή ενός αιθέριου αλόγου, πλασμένου από λευκή, αθάνατη φλόγα.»

Μα ναι, δεν είναι άλλο αυτό το διήγημα παρά η διήγησις του παραληρήματος που αποκαλείται ανθρώπινη εξουσία! Ανεξέλεγκτη και αδάμαστη, θα έλεγε κανείς, ικανή για παντός είδους ανοσιούργημα. Κι ετούτο ακριβώς περιγράφει ο Πόε στο διήγημά του. Συνωμοσίες, τρέλα, φονικά, τίποτε δε λείπει από την κόντρα αυτή των δύο Οίκων. Τι ειρωνεία, όμως, που το άλογο αποτέλεσε την κόψη του ξυραφιού για τη διάνοια ενός αφιλοσόφητου ανθρώπου! Ο Πόε κλείνει το μάτι στους ανθρώπους, που θαρρούν τα άλογα πως είναι υπηρέτες τους στο κυνήγι και στη μάχη. Πολλά παραπάνω είναι.

Κι ενώ το αιθέριο περίγραμμα του αλόγου δεσπόζει στον πύργο, εμείς ας προχωρήσουμε στο παλάτι εκείνο που ποιος ξέρει τι κρύβει μέσα του. Έχει εξάλλου ήδη μεσημεριάσει και η μεγάλη σάλα του βασιλέως όλο και κάτι θα έχει να μας προσφέρει.

ΣΑΛΤΑΠΗΔΑΣ
«Ο Σαλταπήδας, πάλι σε παραμυθικό στυλ, ως κείμενο ασχολείται με το ξεμπρόστιασμα της ακολασίας και την ευρηματική αμφισβήτηση της εξουσίας. Διαφαίνεται μια αποστροφή του συγγραφέα προς την αλαζονεία και ένα υποδόριο αίσθημα δικαίου, που θεραπεύει το βάθος της ξεδιάντροπης ανθρώπινης φύσης.»

Σωστά τα λες, Αναγνώστη, περί παραμυθιού πρόκειται. Φαίνεται πως κι εκείνος ο Πόε διόλου δεν υποτιμούσε την αξία του παραμυθιού και των διδαγμάτων που χωρούν μέσα στην αίθουσα του θρόνου. Τι γέλιο, τι χιούμορ που διαθέτουν ο βασιληάς και οι υπουργοί του, αντηχούν παντού εκτός από την ψυχή του νάνου του Σαλταπήδα. Μα την πατρίδα του έχασε ο βαριόμοιρος, μονάχα για να γενεί παιγνίδι στα χέρια των άσπλαχνων δυναστών του κόσμου. Ποιος να τον κατηγορήσει για τα σχέδιά του; Ποιος για την εκμετάλλευση της καλής πίστεως του βασιληά και των υπουργών; Μα η φαινομενική αδυναμία του απεδείχθη η μεγαλύτερη δύναμις και, αν μη τι άλλο, το ότι εξηφανίσθη αφήνοντας πίσω του συντρίμμια τον καθιστά ουδέν λιγότερον του θρύλου.

Ας αφήσουμε όμως τον Σαλταπήδα να χαρεί την εκδίκησή του. Καθώς ο ήλιος δύει κι εμείς αγκομαχάμε στα βουνά, πίσω από έναν νεαρό κι έναν γέροντα, φθάνουμε σε μια βουνοκορφή από την οποία φαίνονται τα νορβηγικά φιόρδ και τα άγρια νερά του βορρά.

Η ΡΟΥΦΗΧΤΡΑ ΤΟΥ ΜΑΕΛΣΤΡΟΜ
«Είναι ολοφάνερο πως ο Πόε λατρεύει τις ρουφήχτρες όσο κι εγώ, θεωρώντας τες το πιο εντυπωσιακό φυσικό φαινόμενο. Μέσα στο διήγημά του "Η ρουφήχτρα του Μάελστρομ" χωράει τόσος τρόμος, τόση περιέργεια, τόσο ζωντανή περιγραφή, που η μοιρολατρία και η ανθρώπινη θέληση στροβιλίζονται ολοένα στα χείλη της αβύσσου, αγωνιζόμενες να κρατηθούν στην επιφάνεια, σε έναν απελπισμένο αγώνα για επιβίωση.»

Τι αφηγήσεις έκρυβε στην ψυχή του ο γέρων ετούτος! Αν η ρουφήχτρα προκαλεί δέος και τραβά τα πάντα στο σκοτάδι του βυθού, τότε βέβαια κι αυτή η πένα του Πόε δεν είναι τίποτα λιγότερο από ένα μεταφορικό Μάελστρομ. Ο Αναγνώστης, μαγεμένος και συνεπαρμένος, κάπου χάθηκε στις αβύσσους χαμογελώντας κι εκεί οδεύουμε κι εμείς, φίλοι μου. Άραγε να υπάρχει κάποια διέξοδος; Κάποιο μυστικό που να ημπορεί να μας σώσει από τη φρικτή μας μοίρα;

Δεν το γνωρίζω. Τα σκοτάδια μοιάζουν ανηλεή και θα μας ρουφήξουν. Ίσως αξίζει να ειπωθεί και για ημάς κάποιο παραμύθι, τώρα που η Σεχραζάντ (Σεχεραζάντ στη μετάφραση) έχει την όρεξη να ξεπεράσει τις χίλιες και μία παραμυθικές διηγήσεις της.

ΤΟ ΧΙΛΙΟΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΣΕΧΑΡΑΖΑΝΤ
«Το τελευταίο διήγημα, "Το Χιλιοστό Δεύτερο Παραμύθι της Σεχεραζάντ", είχε πολύ κωμικό τόνο και πάρα πολλά αξιοπερίεργα, τα οποία, μαζί με το σύνολο της άποψής μου, θα τα δημοσιεύσω εν καιρώ σε ένα άρθρο στη Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας Καρδίτσας.»

Ω! Μα έλα τώρα, Αναγνώστη! Τόσο φειδωλός απάνω στο τέλος; Δηλαδή δεν είχες να πεις τίποτε για τα τόσα μαγικά που βρίσκονται εδώ; Ο μεταφραστής τα παραδίδει ως εξής: το βιβλίο «Πεσμουανεινέτσι», άγνωστο έργο (υποπτεύομαι αποκύημα της καλπάζουσας φαντασίας του συγγραφέως), μνημονεύει το ύστατο παραμύθι της Σεχεραζάντ. Κι οι διηγήσεις της πολύ σωστά θυμίζουν τον Σεβάχ τον Θαλασσινό, καθώς σε τίποτα δεν υπολείπονται αυτού, τόσο στις μαγευτικές περιγραφές, όσο και στην απελπιστική μικρότητα του ανθρώπου. Και τι μικρότης! Ο βασιληάς ο άκαρδος δεν πίστευε στα λεγόμενα της συζύγου του, της καλύτερης παραμυθούς του κόσμου, και όλο τη διέκοπτε αναιδώς. Μόνο που η τελευταία του διακοπή, η πιο βάναυση, του στέρησε το υπόλοιπο των λαχταριστών ιστοριών της. Αλίμονο, το άξιζε και με το παραπάνω!

Ήταν πραγματική απόλαυση η συγγραφή αυτού του άρθρου, καθώς βρήκα μια πρωτόγνωρη ελευθερία στη φωνή που δημιούργησα ως σύντροφο στο ταξίδι αυτό. Αυτός που αναφέρω ως Αναγνώστη είναι οι σημειώσεις που αποκόμισα κατά την πρώτη ανάγνωση της συλλογής, ενώ τις μετέπειτα τις έγραψα ως ταξιδιώτης της παλιάς εποχής στο μυαλό του Πόε. Ευχαριστώ για την ανάγνωση!